σύζυγος /siˈzuvos/ Noun
- English
- spouse
- Українська
- Чоловік/Дружина (з акцентом на «Супутник життя» для нейтральності)
Example
- Πες μου το όνομα της/του [σύζυγος/σύντροφος/συζυγική σχέση] σου.
- Fill in your spouse’s name here.
- Το 'σύζυγος' είναι το πιο ουδέτερο και επίσημο.