τεχνική /te̞xniˈki/ Noun

English
technique
Українська
техніка

Example

  • Ο χειρουργός χρησιμοποίησε μια νέα **τεχνική** (ευχέρεια / επιδεξιότητα / μαεστρία) για να ελαχιστοποιήσει τις ουλές.
  • The surgeon used a new technique to minimize scarring.
  • Εδώ τονίζεται η ακρίβεια και η εκμάθηση.