Αναρωτιέμαι /ana.ro.tiˈe.me/ Noun

English
wonder
Українська
Диво / Цікаво

Example

  • Κοίταζε το Βόρειο Σέλας με καθαρό [θαύμα].
  • She stared at the aurora borealis in pure wonder.
  • Εδώ το 'θαύμα' είναι η αίσθηση, όχι το γεγονός.