Θεολογία /θe.o.loˈʝi.a/ Noun

English
theology
Українська
Теологія

Example

  • Πήρε διδακτορικό στην [θεολογία] (μελέτη / δόγμα / πίστη) — της: She earned a doctorate in theology.
  • She earned a doctorate in theology.
  • Εδώ τονίζεται η ακαδημαϊκή πλευρά.