ΠΑΧΥΣ /paˈθis/ AdjectiveEnglishthickУкраїнськаГустий / ЩільнийExampleΈκοψε μια **παχιά** φέτα ψωμί του προζυμιού.She cut a thick slice of sourdough bread.Η λέξη 'παχιά' είναι η πιο συνηθισμένη για φαγητό.