Θρίαμβος /θriˈaɱbos/ Noun

English
triumph
Українська
тріумф

Example

  • Ένας από τους μεγαλύτερους θριάμβους της σύγχρονης επιστήμης. (Η κορυφαία νίκη / Η μεγάλη επιτυχία / Η λαμπρή επικράτηση) — της σύγχρονης επιστήμης.
  • One of the greatest triumphs of modern science.
  • Εδώ τονίζουμε το μέγεθος της κατάκτησης.