τρόπος /ˈtropos/ NounEnglishmannerУкраїнськаманераExampleΑπάντησε με **τρόπο** ήρεμο, σαν να μην την άγγιζε το θέμα.She answered in a calm manner.Εδώ το 'τρόπος' είναι ο πιο φυσικός τρόπος να πεις 'manner'.