τζόγος /ˈd͡ʒoɣos/ Noun
- English
- gambling
- Українська
- грати в азартні ігри
Example
- Ο διαδικτυακός τζόγος (τζόγος / στοίχημα / ρίσκο) έχει γίνει μια τεράστια βιομηχανία.
- Online gambling has become a major industry.
- Το 'τζόγος' είναι η πιο άμεση και κοινή λέξη.