Αδύνατος/η Αδύνατος/η Adjective

English
unable
Українська
не в змозі

Example

  • Ένας πρώην στρατιώτης που είναι **ανίκανος** να βρει δουλειά από τότε που τελείωσε ο πόλεμος.
  • A former soldier who has been unable to find work since the war ended.
  • Εδώ το 'ανίκανος' υποδηλώνει έλλειψη ικανότητας/ευκαιρίας, όχι απαραίτητα έλλειψη δεξιοτήτων.