Βιομηχανικός /viomichanikos/ Adjective

English
industrial
Українська
промисловий

Example

  • Η πόλη διαθέτει μια μεγάλη [βιομηχανική] ζώνη.
  • The town has a large industrial zone.
  • Το 'βιομηχανική' εδώ είναι ο πιο φυσικός προσδιορισμός.