βίζα /viˈza/ NounEnglishvisaУкраїнськавізаExampleΕπιτέλους πήρε την τουριστική της [βίζα].She finally received her tourist visa.Η λέξη είναι πλέον πλήρως ενσωματωμένη, αλλά το «τουριστική» δίνει το πλαίσιο.