ξαφνικά /ksafˈnika/ Adverb
- English
- suddenly
- Українська
- раптом
Example
- Ξαφνικά (αιφνιδίως / απροσδόκητα), συνειδητοποίησα ότι είχα ξεχάσει τα κλειδιά μου.
- I suddenly realized I had forgotten my keys.
- Το 'ξαφνικά' είναι το πιο συνηθισμένο στην καθημερινή ομιλία.