ξέσπασμα /ˈaʊtbreɪk/ Noun

English
outbreak
Українська
спалах

Example

  • Το **ξέσπασμα** του πολέμου άλλαξε τα πάντα. [Το ξέσπασμα / Η έκρηξη / Η έναρξη] — Η αρχή μιας μεγάλης αναταραχής.
  • The outbreak of war changed everything.
  • Το 'ξέσπασμα' είναι το πιο συνηθισμένο για κοινωνικά/πολεμικά γεγονότα.