Υποδομή /ipoðoˈmi/ Noun

English
infrastructure
Українська
інфраструктура

Example

  • Η κυβέρνηση δίνει προτεραιότητα στην αποκατάσταση των μεταφορικών **υποδομών** (θεμελιώδης δομή / βασικό δίκτυο / θεμέλια) — της χώρας.
  • The government is prioritizing the repair of transport infrastructure.
  • Το 'μεταφορικές υποδομές' είναι η κλασική σύνδεση.