υπόγειος /ˌʌndərˈɡraʊnd/ AdjectiveEnglishundergroundУкраїнськаандерграундExampleΈχτισαν έναν υπόγειο θάλαμο για ασφάλεια.They built an underground bunker for safety.Η λέξη 'υπόγειος' εδώ είναι επίθετο που προσδιορίζει τον 'θάλαμο'.