λατρεία /laˈtreia/ Adjective
- English
- cult
- Tiếng Việt
- giáo phái / sùng bái
Example
- Η ταινία έγινε **λατρευτική** στους φοιτητές.
- It became a cult movie among college students.
- Εδώ το 'λατρευτικός' (fem.) αποδίδει τέλεια την έννοια του 'cult' ως επίθετο.