Μπόλικο /boˈlʲiko/ Pronoun
- English
- plenty
- Tiếng Việt
- tha hồ
Example
- Έχουμε [αρκετά] για να προλάβουμε το τρένο — μη βιάζεσαι.
- We have plenty of time to catch the train.
- Εδώ το «αρκετά» καλύπτει την έννοια του 'enough' αλλά και του 'plenty' λόγω του τόνου.