αλκοολικός /alko.o.liˈkos/ Adjective
- English
- alcoholic
- Tiếng Việt
- người nghiện rượu / có cồn
Example
- Σερβίρουμε μόνο αλκοολικά ποτά μετά τις 5 το απόγευμα. [αλκοολικά / ποτά / μετά]
- We only serve alcoholic drinks after 5 PM.
- Το «ποτό» είναι ουδέτερο, το «αλκοολικά» κλίνει.