Άμυνα /aˈminɑ/ Noun

English
defence
Tiếng Việt
sự phòng thủ

Example

  • Οι στρατιώτες έπεσαν στην άμυνα της πατρίδας τους.
  • The soldiers died in defence of their country.
  • Εδώ η «άμυνα» είναι η φυσική αντίσταση.