Ανανεώνω /anaˈnev.o/ Verb

English
renew
Tiếng Việt
gia hạn / tái tạo

Example

  • Ο στρατός [ανανεώνει] (παρατείνει / ενισχύει) την επίθεσή του στην πρωτεύουσα.
  • The army renewed its assault on the capital.
  • Εδώ το 'ανανεώνω' έχει έντονη δυναμική, σαν να ξαναρχίζει η προσπάθεια.