Αναπαραγωγή /ana.pa.ra.ɣoˈʝi/ Noun
- English
- reproduction
- Tiếng Việt
- sự sinh sản / sự tái tạo
Example
- Η σεξουαλική [αναπαραγωγή] αυξάνει τη γενετική ποικιλομορφία.
- Sexual reproduction increases genetic variation.
- Εδώ το 'αναπαραγωγή' είναι ο καθιερωμένος όρος.