Απελπισμένος /a.pel.spiˈθe.nos/ Επίθετο

English
desperate
Tiếng Việt
tuyệt vọng / cùng quẫn

Example

  • Οι κρατούμενοι έγιναν όλο και πιο **απελπισμένοι**.
  • The prisoners grew increasingly desperate.
  • Εδώ τονίζεται η έλλειψη προοπτικής.