απογοήτευση /a.po.ɣiˈef.si/ Noun
- English
- disappointment
- Tiếng Việt
- sự thất vọng
Example
- Η ταινία ήταν μια τεράστια απογοήτευση (λύπη / ματαίωση / πικρία) — ήταν ό,τι χειρότερο είδα φέτος.
- The movie was a huge disappointment.
- Το 'τεράστια' (huge) είναι η κλασική λέξη που τη συνοδεύει.