Απόρριψη /aˈporipsi/ Noun
- English
- rejection
- Tiếng Việt
- sự từ chối
Example
- Η πρόταση συνάντησε ομόφωνη **απόρριψη** (απόρριψη / απόρριψη / παραπομπή εκτός) — της: Η πρόταση συνάντησε ομόφωνη απόρριψη.
- The proposal met with unanimous rejection.
- Το 'ομόφωνη' τονίζει την καθολικότητα της άρνησης.