Απροσδόκητο /aprosðóˈkito/ Adjective

English
unexpected
Tiếng Việt
bất ngờ

Example

  • Η ομάδα πέτυχε μια απροσδόκητη νίκη. (ανέλπιστη / ξαφνική / ακαριαία)
  • The team achieved an unexpected victory.
  • Τονίζει το στοιχείο της έκπληξης και της μη αναμενόμενης θετικής έκβασης.