Λεφτά /leˈfta/ Noun

English
money
Tiếng Việt
tiền

Example

  • Μάζεψε αρκετά χρήματα (οικονομικά / λεφτά / πλούτη) για ένα ταξίδι στα βουνά.
  • She saved her money for a trip to the mountains.
  • Το 'χρήματα' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.