δείγμα /ˈðiɣma/ Ουσιαστικό

English
specimen
Tiếng Việt
mẫu vật

Example

  • Ο γεωλόγος εξέτασε το [το δείγμα] του πετρώματος.
  • The geologist examined the rock specimen.
  • Εδώ το 'δείγμα' είναι η φυσική ύλη.