Δεσμός /ðeˈzmos/ NounEnglishbondTiếng Việtsự gắn kếtExampleΟ δεσμός (αγάπη / στοργή / αφοσίωση) ανάμεσα σε μητέρα και παιδί είναι βαθύς.The bond between mother and child is profound.Εδώ ο δεσμός είναι άρρηκτος, σχεδόν μεταφυσικός.