τανκ /tæŋk/ Noun

English
tank
Tiếng Việt
bồn chứa

Example

  • Η **δεξαμενή** (lit1:φουλάρω/lit2:αδειάζω/lit3:βενζίνη) είναι σχεδόν άδεια.
  • The fuel tank is nearly empty.
  • Στην οδήγηση, το «φουλάρω» είναι η πιο συχνή λέξη για το γέμισμα.