Διαφωνία /ðiaˈfonia/ Noun
- English
- disagreement
- Tiếng Việt
- bất đồng ý kiến
Example
- Υπήρξε έντονη **διαφωνία** (αντιπαράθεση / διαφορά / ρήξη) για τον καλύτερο τρόπο διαχείρισης της κρίσης.
- There was a disagreement about the best way to handle the crisis.
- Το «έντονη» (intense) είναι μαγνητική λέξη εδώ.