διακριτός /ðjɑkriˈtos/ Επίθετο
- English
- distinct
- Tiếng Việt
- đặc trưng / rõ rệt
Example
- Υπήρχε μια **διακριτή** μυρωδιά βενζίνης στο υπόγειο. (Οσμή / αίσθηση / ένδειξη)
- There was a distinct smell of gas in the basement.
- Εδώ τονίζει την ένταση και τη σαφήνεια της οσμής.