Δικαστήριο /ðikastíɾio/ Noun

English
court
Tiếng Việt
tòa án

Example

  • Το αστικό [δικαστήριο] (αίθουσα / έδρα / έδραση) χειρίζεται τη διαφορά της ιδιοκτησίας.
  • The civil courts are handling the property dispute.
  • Το 'δικαστήριο' είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος.