τίμημα /tiˈma/ Noun

English
toll
Tiếng Việt
phí cầu đường / sự hao tổn

Example

  • Το [Διόδιο] της εθνικής οδού εισπράττεται πλέον ηλεκτρονικά.
  • The motorway toll is collected electronically.
  • Το 'Διόδιο' είναι η πιο άμεση και κοινή λέξη για το 'toll' σε δρόμους.