πατέντα /paˈtenda/ Noun

English
patent
Tiếng Việt
bằng sáng chế

Example

  • Η startup κατέθεσε αίτηση για το [δίπλωμα ευρεσιτεχνίας] (πατέντα / ευρεσιτεχνία) για τον νέο αλγόριθμο AI.
  • She filed a patent on her new solar panel design.
  • Στην καθημερινότητα, το 'πατέντα' είναι ο βασιλιάς.