Κομψός /koˈmʝos/ Adjective

English
cool
Tiếng Việt
mát mẻ

Example

  • Το αεράκι το βραδινό αισθανόταν δροσερό (απαλό / ευχάριστο / δροσερό) στο δέρμα μου.
  • The evening breeze felt cool against my skin.
  • Η δροσιά είναι συνώνυμη της ανακούφισης το καλοκαίρι.