έκρηξη /ˈekrixi/ Ουσιαστικό
- English
- explosion
- Tiếng Việt
- vụ nổ / sự bùng nổ
Example
- Η έκρηξη [έκρηξη / έκρηγμα / σκάσιμο] του φυσικού αερίου κατέστρεψε την κουζίνα.
- The gas explosion destroyed the kitchen.
- Το «έκρηξη» είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.