ηλεκτρονικός /ilektroˈnikos/ Adjective

English
electronic
Tiếng Việt
điện tử

Example

  • Οι επιβάτες πρέπει να κλείσουν όλες τις [ηλεκτρονικές] συσκευές τους.
  • Airline passengers must switch off all electronic devices.
  • Εδώ τονίζεται η ανάγκη απενεργοποίησης.