Ελκυστικό /el.ksiˈti.ko/ Adjective

English
engaging
Tiếng Việt
lôi cuốn

Example

  • Έχει ένα ελκυστικό χαμόγελο που κάνει τον καθένα να νιώθει ευπρόσδεκτος. (Γοητευτικός / Συναρπαστικός / Ενδιαφέρων)
  • She has an engaging smile that makes everyone feel welcome.
  • Το 'ελκυστικό' εδώ τονίζει την έλξη, όχι μόνο την αισθητική.