Έλλειψη /ˈelipsi/ Noun
- English
- deficiency
- Tiếng Việt
- sự thiếu hụt
Example
- Η **έλλειψη** βιταμίνης D στη διατροφή μπορεί να προκαλέσει προβλήματα υγείας.
- Vitamin deficiency in the diet can cause illness.
- Εδώ η «έλλειψη» είναι η ιατρική/διατροφική ανεπάρκεια.