εντυπωσιάζω /e(n)doposiˈazo/ Verb
- English
- impress
- Tiếng Việt
- gây ấn tượng
Example
- Η νεαρή πιανίστρια **εντυπωσίασε** τους κριτές με την τεχνική της δεινότητα.
- The young pianist impressed the judges with her technical skill.
- Εδώ τονίζεται η τεχνική αρτιότητα που προκάλεσε δέος.