Επιλογή /epiˈloʝi/ Noun
- English
- selection
- Tiếng Việt
- sự lựa chọn
Example
- Η [επιλογή] (επιλογή / διάκριση / εκλεκτό) — πήρε τον χρόνο της για να κάνει την επιλογή της.
- She took a long time to make her selection.
- Εδώ τονίζεται η χρονική διστακτικότητα.