εργασία για το σπίτι /erɣaˈsia ʝa to ˈsiti/ Noun

English
homework
Tiếng Việt
bài tập về nhà

Example

  • Πάντα κάνω την εργασία μου στο λεωφορείο.
  • I always do my homework on the bus.
  • Η πιο συνηθισμένη, ουδέτερη επιλογή.