ετήσιος /eˈti.si.os/ Επίθετο
- English
- annual
- Tiếng Việt
- hàng năm / thường niên
Example
- Το ετήσιο φεστιβάλ προσελκύει χιλιάδες επισκέπτες.
- The annual festival attracts thousands of visitors.
- Η λέξη 'ετήσιος' δίνει μια αίσθηση σταθερής, προβλέψιμης επανάληψης.