Φήμη /ˈfimi/ Noun

English
fame
Tiếng Việt
danh tiếng

Example

  • Η τραγουδίστρια απέκτησε αστραπιαία φήμη μετά το βίντεό της που έγινε viral. [Δημοσιότητα / Αναγνώριση / Λάμψη] — της: Η τραγουδίστρια απέκτησε αστραπιαία φήμη μετά το βίντεό της που έγινε viral.
  • She achieved instant fame after her video went viral.
  • Το «αστραπιαία» δίνει έμφαση στην ταχύτητα της επιτυχίας στα social media.