φτώχεια /ftoˈxja/ Noun
- English
- poverty
- Tiếng Việt
- cùng khổ
Example
- Η έκθεση αναδεικνύει τα αυξανόμενα επίπεδα **φτώχειας** στην περιοχή.
- The report highlights the rising levels of poverty in the region.
- Η φτώχεια εδώ είναι το κεντρικό θέμα της ανάλυσης.