φυσικά /fiˈsi.ka/ Adverb
- English
- naturally
- Tiếng Việt
- dĩ nhiên / một cách tự nhiên
Example
- Φυσικά, απογοητευτήκαμε από το αποτέλεσμα.
- Naturally, we were disappointed by the result.
- Εδώ το «φυσικά» λειτουργεί ως εισαγωγική έκφραση, όπως το 'of course'.