Γενοκτονία /ʝeno.ktoˈnia/ Noun
- English
- genocide
- Tiếng Việt
- tội diệt chủng
Example
- Η διεθνής κοινότητα απέτυχε να παρέμβει κατά τη διάρκεια της [γενοκτονίας] (Ολοκληρωτική εξόντωση / Συστηματική εξόντωση / Εθνοκάθαρση) — Δυστυχώς, η αδράνεια ήταν η επιλογή.
- The international community failed to intervene during the genocide.
- Η λέξη φέρει τεράστιο ιστορικό και συναισθηματικό βάρος.