Κύριος /ˈdʒɛntlmən/ Noun

English
gentleman
Tiếng Việt
quý ông

Example

  • Φέρθηκε σαν αληθινός [Κύριος] (Ευγενής / Αρχοντικός / Τζέντλεμαν) — έδειξε σεβασμό.
  • You acted like a true gentleman.
  • Το 'Κύριος' εδώ λειτουργεί ως ο πιο άμεσος, ζεστός αντικαταστάτης.