Γλυκός / Γλυκό /ˈɣli.ko̞s/ Adjective
- English
- sweet
- Tiếng Việt
- ngọt / ngọt ngào
Example
- Προτιμώ τον καφέ μου χωρίς καμία γλυκιά πρόσθετη ύλη.
- I prefer my coffee without any sweet additives.
- Εδώ η λέξη λειτουργεί ως επίθετο που προσδιορίζει την ποιότητα.