Δέσιμο / Ισοπαλία /taɪ/ NounEnglishtieTiếng Việtthắt/buộc (cà vạt)ExampleΦόρεσε μια μεταξωτή [γραβάτα] στη συνέντευξη.He wore a silk tie to the interview.Η 'γραβάτα' είναι ο βασικός όρος.